Ελληνική δημοσιογραφία – «Γράφουμε για τους άλλους, αλλά όχι για τα δικά μας»

Όταν η Σοφία Μπεκατώρου κατήγγειλε πριν χρόνια τον βιασμό της από μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Ελληνικής Ιστιοπλοϊκής Ομοσπονδίας, πολλοί κατάλαβαν πως το ελληνικό #Metoo ήταν πλέον γεγονός.

Πέρα από τον αθλητισμό, υπήρξαν καταγγελίες και για πρόσωπα στο χώρο του θεάτρου, κι έτσι δεν ήταν λίγοι εκείνοι που περίμεναν πως αυτό θα επεκταθεί και σε άλλους χώρους, όπως αυτός της δημοσιογραφίας.

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΕΚΟΥΡΑΣ

Δυστυχώς, εκτός από κάποιες καταγγελίες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η σχετική συζήτηση δεν άνοιξε ουσιαστικά ποτέ. Αυτό όμως ευελπιστεί να αλλάξει η έρευνα που δημοσιεύθηκε πριν από λίγο καιρό από το Balkan Investigative Reporting Network (BIRN) και την δημοσιογράφο Ελένη Σταματούκου.

Στην έρευνα, η οποία πραγματοποιήθηκε μέσω συμπλήρωσης ενός ερωτηματολογίου, συμμετείχαν περίπου 40 άτομα, στην πλειοψηφία τους γυναίκες. Το 43% των ερωτηθέντων δήλωσε πως υπήρξε θύμα περιστατικών σεξουαλικής φύσης, ενώ το 35% πως δέχτηκε λεκτική παρενόχληση. Υπήρχε κι ένα ποσοστό της τάξης του 5%, το οποίο ανέφερε πως υπέστη και σεξουαλική και λεκτική βία.

Το 81% αντιμετώπισε τέτοιου είδους περιστατικά εντός της εργασίας, με το 51% των θυτών να είναι ανώτεροι επαγγελματικά και το 21% συνάδελφοι. Επίσης, αξιοσημείωτο είναι πως το 53,8% των θυμάτων δεν ανέφερε το περιστατικό από φόβο ότι δεν θα λάβει καμία υποστήριξη, ή ότι θα χάσει τη δουλειά του (11,5%). Μάλιστα, σύμφωνα με όσα αποκάλυψαν τα δύο τρίτα των ερωτηθέντων, τα μέσα όπου εργάζονται δεν διαθέτουν διαδικασίες όπου οι υπάλληλοι μπορούν να προβούν σε καταγγελίες.

Ενδεικτικό της κατάστασης είναι το γεγονός πως όταν το BIRN υπέβαλε ερωτήσεις σε περίπου 60 επιχειρήσεις ενημέρωσης, σχετικά με την ύπαρξη σχετικών διαδικασιών, μόνο 13 απάντησαν. 

Μιλώντας η δημοσιογράφος Ελένη Σταματούκου δηλώνει πως αυτό ακριβώς είναι το πιο σημαντικό συμπέρασμα από την έρευνα: ότι απουσιάζουν οι απαραίτητες διαδικασίες στα ελληνικά ΜΜΕ, κι ότι τα θύματα δεν έχουν που να απευθυνθούν.

Σύμφωνα με την ίδια, τα υπόλοιπα ευρήματα, όπως για παράδειγμα τα υψηλά ποσοστά των παρενοχλήσεων, ήταν αναμενόμενα. «Υπήρχαν ήδη συζητήσεις μεταξύ μας για τέτοιου είδους σκηνικά, με άτομα που τα βίωσαν, είτε επρόκειτο για άτομα στο περιβάλλον μας ή απλά για ανθρώπους που γνωρίζαμε».

«Το καλό είναι ότι έχει γίνει μια αρχή, με τη συγκεκριμένη έρευνα. Ας ξεκινήσουμε από αυτό, σε πρακτικό δηλαδή επίπεδο. Με βάση αυτή την έρευνα, με αργά και σταθερά βήματα θεωρώ πως μπορεί να γίνει η αρχή για να συζητήσουμε τα προβλήματα του χώρου», προσθέτει η Ε. Σταματούκου, αναφέροντας πως ήδη υπάρχει ένα ενδιαφέρον τόσο από εγχώρια ΜΜΕ, όσο και από το εξωτερικό. Για παράδειγμα, στα τέλη Μαρτίου, το MFRR (Media Freedom Rapid Response), το οποίο συναποτελείται από τις μεγαλύτερες δημοσιογραφικές ενώσεις στον κόσμο, στην διάσκεψη που διοργανώνει, μεταξύ των θεμάτων συζήτησης έχει τοποθετήσει και την παρενόχληση στα δημοσιογραφικά γραφεία.

«Εφόσον ξεκινήσει η συζήτηση, το επόμενο βήμα πρέπει να είναι η εγκαθίδρυση των σχετικών διαδικασιών στα ΜΜΕ, έτσι ώστε να μπορούν τα θύματα να καταγγείλουν κάποιο περιστατικό» υποστηρίζει η δημοσιογράφος που πραγματοποίησε την έρευνα, τονίζοντας ωστόσο πως τα αποτελέσματα όλης αυτής της προσπάθειας μάλλον «δεν θα τα δούμε άμεσα», ενώ την ίδια ώρα υπενθυμίζει πως η αλλαγή γενικότερα κουλτούρας και αντιλήψεων αποτελεί χρονοβόρα διαδικασία.

Όπως επισημαίνει, το θέμα είναι να μπορέσουν ακόμη κι όσοι διαθέτουν σημαντικούς ρόλους στα ΜΜΕ, να αντιληφθούν πως υπάρχει πρόβλημα, καθώς ακόμη και σήμερα, πολλοί δεν το έχουν καταλάβει, ή δεν θέλουν να το καταλάβουν.

«Όταν έχεις μεγαλώσει σε μια κοινωνία που επέτρεπε τις κακοποιητικές συμπεριφορές, αυτά θεωρούνται κανονικότητα», λέει η ίδια με νόημα.

Άλλωστε, υπενθυμίζει πως το δημοσιογραφικό εργασιακό περιβάλλον είναι ιδιαίτερο, ενώ ο χώρος είναι παράλληλα άμεσα συνδεδεμένος με την εξουσία, σε πολλά επίπεδα.

Επίσης, θεωρεί πως η έρευνα ενόχλησε μερικούς, ενώ όπως αναφέρει «στο δικό μας το περιβάλλον προτιμάμε να γράφουμε για τους άλλους, παρά για τα δικά μας», πράγμα που οδηγεί στη συγκάλυψη.

Αξίζει να αναφερθεί πως στο ερωτηματολόγιο υπήρχε η δυνατότητα παράθεσης κάποιων προσωπικών στοιχείων, όπως το email, για περαιτέρω επικοινωνία. Συνολικά άφησαν τα στοιχεία τους περίπου 10 γυναίκες, με κάποιες από τις οποίες πραγματοποιήθηκε και συνάντηση ή τηλεφωνική επικοινωνία. Όπως λέει η Ελένη Σταματούκου στο Tvxs.gr, αυτό ήταν και το δυσκολότερο σημείο για την ίδια, στην όλη διαδικασία.

«Δεν ξέρεις πώς να προσεγγίσεις αυτόν που έχεις απέναντι, γιατί εκείνη την ώρα έχεις να κάνεις με έναν άνθρωπο που έχει τραυματιστεί κι όχι έναν δημοσιογράφο».

Ο μεγαλύτερός της φόβος: να σταματήσει να συζητιέται το θέμα. «Γίνεται μια συζήτηση με αφορμή την έρευνα, αλλά φοβάμαι μήπως μετά από λίγο καιρό το ξεχάσουμε. Είναι ένα λάθος που κάνουμε συχνά εμείς οι δημοσιογράφοι», επισημαίνει, για να προσθέσει τα εξής.

«Η κακοποίηση και η παρενόχληση μας αφορά όλους, κι εννοείται πως δεν υπάρχει μόνο στις τάξεις των δημοσιογράφων. Είναι πρόβλημα όλων. Γι’ αυτό θέλω να μείνει ζωντανό, αλλά και να δω μελλοντικά κι άλλα ρεπορτάζ για το ζήτημα».

Αντί επιλόγου, ας κλείσουμε με τα λόγια της Μαρίας Λιάσκα, δημοσιογράφου που μίλησε στο BIRN για κακοποίηση που υπέστη σε ηλικία 19 ετών, κάτι που υπενθύμισε και η ίδια η Ελένη Σταματούκου: «θέλω το πρόβλημά μου να γίνει πρόβλημα και του χώρου».